Το κοινό κρυολόγημα είναι γνωστό σε όλους. Το συνοδεύουν πόνοι στα κόκκαλα και τους μυς, αίσθημα κόπωσης - κακουχίας, βαριά και ζεστά μάτια, ρίγη στη πλάτη, κτλ. Άλλες ενδείξεις κρυολογήματος είναι η  πεσμένη διάθεση, τα  δέκατα και  το αίσθημα  γδαρσίματος  στο  ρινοφάρυγγα  που  προμηνύει  το  ξέσπασμα  μιας  έντονης καταρροής. Αντίδραση του οργανισμού είναι να απομονωθεί και να ξεκουραστεί. Να γεμίσει τις  «μπαταρίες»  του. Προτείνεται, ελαφρύ  και  πλούσιο  σε  βιταμίνες  φαγητό,  ένας  καλός  ύπνος  και αποφυγή  καταπόνησης.  Η  φυσιολογική  αυτή  αντίδραση  δεν  είναι  τίποτα  άλλο  από  την προσπάθεια  του  οργανισμού  να  δώσει  την  ευκαιρία  στο  ανοσοποιητικό  σύστημα  να δυναμώσει. Κάτι που κάνει ακριβώς και το ομοιοπαθητικό φάρμακο. 
   
     «Μόνο  το  ίδιο  το  ανοσοποιητικό  σύστημα  μπορεί  να  αντιμετωπίσει αποτελεσματικά  το  κρυολόγημα»,  σύμφωνα  με  τον  Βρετανό  ιατρό,  Καθηγητή  Ron Eccles, διευθυντή του Ερευνητικού Κέντρου για το Κοινό Κρυολόγημα, στο Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ της Βρετανίας. Σε συνέντευξη του, στην Αγγλική εφημερίδα «Independent», αναφέρει: «Αν και ελάχιστοι από μας, καταφέρνουμε να μην πάθουμε τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο κρυολόγημα, οι ιοί του κοινού κρυολογήματος δεν είναι ιδιαίτερα μολυσματικοί. Σε συνθήκες εργαστηρίου, με υγιείς εθελοντές, αποδείχτηκε πως είναι πολύ δύσκολο να εξαπλωθεί ο ιός, από άτομο σε άτομο.    Η  πίεση  της  καθημερινότητας,  όμως,  μας  κάνει  πιο  ευάλωτους.  Οι  άνθρωποι  που αντιμετώπισαν,  πρόσφατα, προβλήματα  στο σπίτι ή στη δουλειά,  είναι  πιο  ευάλωτοι,  σε σύγκριση με άλλους. Το στρες συνδέεται με την καταστολή της γενικής αντίστασης ,στους μολυσματικούς παράγοντες. Η αυξημένη πίεση της σύγχρονης ζωής στην πόλη, μπορεί να είναι ένας από τους παράγοντες πίσω από την υψηλή συχνότητα των κρουσμάτων του κοινού κρυολογήματος. Ακόμη και αν μόλις έχουμε συνέλθει από ένα κρυολόγημα, μπορούμε να πάθουμε κι άλλο, από διαφορετικό ιό. Τα αντισώματα που αναπτύξαμε, κατά του πρώτου θα μας προστατεύσουν, μόνο από τον συγκεκριμένο ιό. Το κοινό κρυολόγημα μπορεί να προκληθεί από 200 διαφορετικούς ιούς».
   
    Τι μας λέει δηλαδή ο Βρετανός επιστήμονας; Αυτό που αναφέρουμε συνεχώς και εμείς. Κάθε μέρα ξοδεύουμε ενέργεια για τις δραστηριότητες μας. Το στρες και ο έντονος τρόπος ζωής , απαιτούν  πολύ περισσότερη  ενέργεια  και  γίνεται  απαραίτητη  η  υποστήριξη  του ανοσοποιητικού μας συστήματος που καταπονείται, με αποτέλεσμα να γινόμαστε ευάλωτοι στις λοιμώξεις. 
  
     Και  συνεχίζει: «Αναπνέουμε  καθημερινά  15.000  λίτρα  αέρα,  φορτωμένου  με μικρόβια.  Το  αναπνευστικό  μας  σύστημα  είναι  συνεχώς  υπό  επίθεση.  Παρά  το γεγονός,  ότι  το  αναπνευστικό  μας  σύστημα  διαθέτει  εξαιρετικό  αμυντικό  μηχανισμό,  μια πλειάδα ιών βρίσκεται συχνά ένα βήμα μπροστά. Αυτοί προκαλούν οξείες λοιμώξεις του ανώτερου  αναπνευστικού.  Τυπικά,  οι  ενήλικοι  παθαίνουν  δύο  έως  τέσσερις  λοιμώξεις  το χρόνο, ενώ τα μικρά παιδιά έξι έως δέκα, αφού το ανοσοποιητικό τους σύστημα δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί πλήρως».
  
      Ενισχύοντας το ανοσοποιητικό μας σύστημα, μέσω της ομοιοπαθητικής θεραπείας, ελαχιστοποιείται  η  ευπάθεια  του  οργανισμού  στην  μολυσματικότητα  των  ιών,  με  τους οποίους αναπόφευκτα έρχεται σε επαφή καθημερινά.  Όπως αποδεικνύει ευρύτατη κλινική έρευνα, η ομοιοπαθητική προσφέρει ένα, ισχυρό και ασφαλές, θεραπευτικό όπλο στις λοιμώξεις.   Ορισμένες από τις δημοσιευμένες μελέτες, οι οποίες αναφέρονται στην αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής θεραπείας, είναι οι ακόλουθες:

  1. Από τους Friese K-H, Kruse S, Ludtke R, Moeller, δημοσιεύτηκε στο Int J Clin Pharmacol Ther. 1997: «Ομοιοπαθητική θεραπεία για τη μέση ωτίτιδα σε παιδιά, συγκριτική μελέτη με την συμβατική θεραπεία». Απεδείχθη ότι και οι δύο θεραπείες, είχαν υψηλό θεραπευτικό αποτέλεσμα στην οξεία φάση και ότι το 70,7% των παιδιών που έλαβαν ομοιοπαθητική θεραπεία δεν παρουσίασαν ωτίτιδα για 1 χρόνο, ενώ το 29,3% κατά το επόμενο χρόνο σημείωσαν θεαματική μείωση των υποτροπών.
  2. Οι Frei H & Thurneysen A., δημοσίευσαν στο Br Homeopath Jurnal, το 2001, την έρευνα: «Η ομοιοπαθητική θεραπεία σε οξεία μέση ωτίτιδα σε παιδιά», με αποτελέσματα, τα οποία συγκρινόμενα με αυτά της συμβατικής θεραπείας, ήταν αντίστοιχα, ενώ συγκρινόμενα με τα της placebo  θεραπείας  είχαν  στατιστικά  σημαντική  διαφορά.  Ο  όρος  «στατιστικά σημαντική  διαφορά»  είναι  ο  επιστημονικός  όρος  για  την  επιβεβαίωση  ενός  ερευνητικού αποτελέσματος. 
  3. Ο Adler M. το 1999, αντιμετώπισε 119 πάσχοντες από οξεία ιγμορίτιδα με ομοιοπαθητική θεραπεία, με επιτυχία σε ποσοστό 81,5%. Adv Ther 1999; 16: 103-111. Ας θυμηθούμε ότι το αποτέλεσμα του placebo δεν ξεπερνάει το 25-30%. Μια ομοιοπαθητική θεραπεία λοιπόν με τόσο υψηλό αποτέλεσμα δεν έχει καμιά σχέση με το placebo. Να  δύο  ακόμη  επιστημονικές  αποδείξεις  ότι  το  ομοιοπαθητικό  φάρμακο  έχει ισχυρή θεραπευτική δράση και ότι δεν έχει σχέση με το placebo.   
     
    Συχνά  με  ρωτάτε:  «Από  ποια  ηλικία  μπορεί  το  παιδί  μου  να  κάνει  ομοιοπαθητική θεραπεία;» και η απάντηση είναι απλή. Εφόσον, η ασθένεια δεν έχει ηλικία, γιατί να έχει η θεραπεία; Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια φυσική, αποτελεσματική θεραπεία, χωρίς παρενέργειες, όπως είναι η ομοιοπαθητική.
 
 
ΣΠΥΡΟΣ  ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ
Καθηγητής  Προηγμένης Ομοιοπαθητικής